Μικρή υποχώρηση κατέγραψε τον Μάρτιο του 2026 ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα, διαμορφούμενος στις 106,8 μονάδες από 107,6 μονάδες τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με την έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ.
Η εξασθένιση αποδίδεται στη συνολική επιδείνωση των προσδοκιών σε όλους τους βασικούς τομείς της οικονομίας, με τις υπηρεσίες και την καταναλωτική εμπιστοσύνη να δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις.
Στον τομέα των υπηρεσιών καταγράφεται έντονη πτώση των επιχειρηματικών προσδοκιών, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις 103,6 μονάδες από 122,4 μονάδες. Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο απαισιόδοξες ως προς την τρέχουσα κατάστασή τους, ενώ επιδεινώνονται τόσο οι εκτιμήσεις για τη ζήτηση όσο και οι προβλέψεις για την πορεία της το επόμενο τρίμηνο. Παράλληλα, οι προσδοκίες για την απασχόληση κινούνται πτωτικά, ενώ οι τιμές διατηρούνται σε ήπια πληθωριστικά επίπεδα.
Σε επιμέρους κλάδους των υπηρεσιών, στα ξενοδοχεία, την εστίαση και τα τουριστικά πρακτορεία, οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα δραστηριότητα και τη ζήτηση επιδεινώνονται, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης υποχωρούν αισθητά. Αντίστοιχα, περιορίζονται οι προσδοκίες για την απασχόληση, ενώ οι τιμές διατηρούνται σε αυξημένα επίπεδα. Στους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς καταγράφεται επίσης πτώση των προσδοκιών, με εξασθένιση τόσο της τρέχουσας δραστηριότητας όσο και της ζήτησης, αλλά και των προβλέψεων για την απασχόληση.

Στη βιομηχανία, η υποχώρηση είναι οριακή, με τον δείκτη να διαμορφώνεται στις 110,3 μονάδες. Οι εκτιμήσεις για παραγγελίες και ζήτηση επιδεινώνονται ελαφρά, ενώ οι προβλέψεις για την παραγωγή τους επόμενους μήνες εξασθενούν. Τα αποθέματα παρουσιάζουν μικρή αποκλιμάκωση, ενώ οι επιχειρήσεις εμφανίζουν μικτές τάσεις ως προς την εξαγωγική δραστηριότητα και τις προσδοκίες απασχόλησης.
Στις κατασκευές, ο δείκτης υποχώρησε στις 175,5 μονάδες από 189,1 μονάδες, εξέλιξη που οφείλεται αποκλειστικά στην κάμψη των ιδιωτικών έργων, καθώς τα δημόσια έργα ενισχύονται. Οι προβλέψεις για το πρόγραμμα εργασιών μειώνονται έντονα, ενώ οι προσδοκίες για την απασχόληση υποχωρούν οριακά. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού αναδεικνύεται ως βασικό εμπόδιο λειτουργίας για την πλειονότητα των επιχειρήσεων.
Στο λιανικό εμπόριο, σημειώνεται σημαντική πτώση του δείκτη στις 104,9 μονάδες από 110,7 μονάδες, με απαισιόδοξες προβλέψεις στους περισσότερους κλάδους. Οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις εξασθενούν, ενώ οι προβλέψεις για την εξέλιξή τους στο επόμενο τρίμηνο κινούνται πτωτικά. Τα αποθέματα αυξάνονται ελαφρά, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν εμφανείς.
Σε επίπεδο επιμέρους κλάδων του λιανεμπορίου, καταγράφονται μεικτές τάσεις: στα τρόφιμα–ποτά–καπνό οι προσδοκίες υποχωρούν έντονα, στα υφάσματα–ένδυση–υπόδηση καταγράφεται βελτίωση, ενώ στα είδη οικιακού εξοπλισμού και στα οχήματα–ανταλλακτικά παρατηρούνται μικρές μεταβολές με επιδείνωση των τρεχουσών πωλήσεων αλλά βελτίωση των προσδοκιών για το μέλλον. Στα πολυκαταστήματα οι θετικές εκτιμήσεις περιορίζονται, ενώ οι τιμές κινούνται σε έντονα πληθωριστικά επίπεδα.
Στην πλευρά των καταναλωτών, η εμπιστοσύνη υποχωρεί περαιτέρω, με τους Έλληνες να παραμένουν οι πιο απαισιόδοξοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και της χώρας επιδεινώνονται, ενώ η πρόθεση για μεγάλες αγορές εξασθενεί, παρά τη μικρή βελτίωση στην πρόθεση αποταμίευσης.
Η επιδείνωση του κλίματος συνδέεται και με την αυξημένη αβεβαιότητα λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και της ανόδου των τιμών ενέργειας, παράγοντες που επηρεάζουν τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας για τους επόμενους μήνες.


























